Ο Κ. και η Κ.

Κάθισαν στις δύο θέσεις ακριβώς απέναντί μου. Βρέθηκα ξαφνικά στον ορίζοντά τους, χωρίς να προλάβω να αντιδράσω. Έγραφα στο κινητό και δεν πρόλαβα καν να δω ποιος τους συνόδευσε μέχρι τις συγκεκριμένες πλαστικές θέσεις. Κάποια νοσοκόμα μάλλον, ωστόσο, αυτό επαναλαμβανόταν συνέχεια όλη την ημέρα, οπότε δεν έδωσα πολλή σημασία και συνέχισα να γράφω.

Πάτησα  το τελευταίο send ελπίζοντας ότι δε “χτυπάνε ενημερώσεις” στο κινητό του και δε θα ξυπνήσω τον παραλήπτη, θα γλιτώσω το βρισίδι καθώς θα τον πετύχει το μέιλ στον πρωινό καφέ του, μια πιο λογική ώρα. Και τώρα, πάλι δεν είχα τίποτα να κάνω. Αλλά, αφού ήρθαν αυτοί οι δύο, μάλλον ξεκινάει η κανονική, η πρωινή βάρδια και άρα… τελείωσε επιτέλους η κωλονύχτα!?

Όχι, το ρολόι λέει μόλις 7παρά και είναι πολύ νωρίς για να έρθει κι άλλος κόσμος. Μόνο εμείς οι τρεις τόσο νωρίς εκεί. Εμείς και τα μπαγκάζια, μεγάλα και αφημένα ακριβώς δίπλα τους, να μαρτυρούν ότι μάλλον από επαρχία ήρθαν. Ίσως με αεροπλάνο ή με πλοίο… με κάτι που δεν ελέγχεις την ώρα “άφιξης” και φτάνεις στον προορισμό σου ακατάλληλες ώρες. Όλοι οι άλλοι, οι κοντινοί, ερχόμαστε τις μεγάλες ώρες, χαλαρά, μετά τις 8, χωρίς πολλά μπαγκάζια…

Δεν υπήρχε κανείς άλλος γύρω και δεν ένιωθα άνετα που αναγκαστικά κοιτούσαμε ο ένας προς την κατεύθυνση του άλλου, αλλά ήμουν πολύ κουρασμένη για να βγω από τον ορίζοντά τους, να πάω σε άλλη θέση για να κοιτάμε όλοι “μπροστά” μας και να μην βλέπουμε κανέναν ή να φύγω τελείως από την αίθουσα αναμονής. Εξάλλου, δεν έχει πουθενά αλλού καθίσματα και πρακτικά όλο το βράδυ ήμουν στο πόδι. Έχω καλή δικαιολογία. Θα έπρεπε να με ανεχτούν για λίγο, να τους κρύβω το “σημείο φυγής” στον ορίζοντα, σκέφτηκα… και το έπαιξα αόρατη.

Παραξενεύτηκα που ενώ έμοιαζαν με ζευγάρι, δε μιλούσαν καθόλου μεταξύ τους. Αλλά αυτή η στάση του σώματος, θες δε θες είναι πάντα πιο κατατοπιστική.

Καθισμένοι σε αυτές τις κλασικές, πολύ άβολες και βιδωμένες πλαστικές καρέκλες, δεν έσκυψαν ούτε λίγο μπροστά, ούτε έγειραν προς τα πίσω έστω το κεφάλι, ούτε το χέρι να κρεμαστεί στην πλάτη της άλλης θέσης, ούτε σταυροπόδι ούτε τίποτα. Σαν τα πρωτάκια που κάθονται στο θρανίο την πρώτη ημέρα που πάνε σχολείο και με τα χέρια αμήχανα σφίγγουν το κάθισμα και κοιτούν με αγωνία όλο ευθεία μπροστά, περιμένοντας να τους πει ο δάσκαλος τι να κάνουν, τι έχει το πρόγραμμα, τι ακολουθεί… πότε φεύγουν.

Συνέχισαν να κοιτούν παράλληλα και ευθεία μπροστά τους και συνεπώς, συνέχεια προς τα εμένα.

Δίκιο είχαν! Δεν ήταν εκείνοι αδιάκριτοι. Εγώ καθόμουν στη λάθος θέση. Η δική μου άβολη, πλαστική και βιδωμένη θέση ήταν ακριβώς δίπλα στην πόρτα που οδηγούσε στα χειρουργεία (άσχετο: “εργαστήρια” τα έλεγαν οι εργαζόμενοι εκεί, χωρίς να νιώθουν τον συνειρμό περί “πειράματος”, τον οποίο προκαλούν).

Έτσι εξηγείται. Γι’ αυτό τόσο νωρίς, με τα τόσα μπαγκάζια και όλη την αγωνία και την αμηχανία βιδωμένη στο σώμα, όπως οι θέσεις στις μεταλλικές βάσεις τους.

Σηκώθηκα και προχώρησα προς την πόρτα, που εγώ έβλεπα τόση ώρα δίπλα τους, το δικό μου σημείο φυγής. Δε με ακολούθησαν τα βλέμματα, έμειναν να κοιτούν ευθεία, προς την άδεια θέση μου.

“Καλημέρα…”. Το τόνισα σα να γνωριζόμαστε χρόνια.

Αιφνιδιάστηκαν, γύρισαν να προλάβουν να ανταποδώσουν ευγενικά. “Καλημέρα! Καλημέρα…”

Οι ώρες περνούσαν και όσες φορές πέρασα, είδα γεμάτη την αίθουσα, βαβούρα, φορεία, αλλά και τη γνώριμη βιδωμένη εικόνα του κυρίου στην ίδια θέση από το πρωί και δίπλα του τα μπαγκάζια, δύο μεγάλα καφέ σακίδια.

lhasa de sela

Το μεσημέρι πέρασα από μπροστά του, πηγαίνοντας έξω για αέρα.

“Σας έχω δει από πολύ νωρίς εδώ και περιμένετε… ακόμη δεν έχει βρεθεί δωμάτιο;”

Αιφνιδιάστηκε. “Όχι, όχι… δεν περιμένω δωμάτιο, είναι η γυναίκα μου μέσα… στο εργαστήριο” και μου δείχνει το σημείο φυγής των 7παρά. Δεν είχα προσέξει ότι ήταν μόνος, γιατί πλέον όλες οι θέσεις γύρω ήταν πιασμένες.

Είπαμε δυό τυπικές κουβέντες ακόμη. Τα μπαγκάζια παρκαρισμένα ακριβώς δίπλα του, δεν πρέπει να κουνήθηκαν από το πρωί.

“Βγαίνω έξω… όταν επιστρέψω, θέλετε να σας φέρω έναν καφέ, κάτι;”

Αιφνιδιάστηκε πάλι. Δεν δέχτηκε. “Δεν πειράζει, καλά είμαι, ευχαριστώ, εντάξει είμαι, ευχαριστώ!”. Μεγάλη η αμηχανία και δεν επέμεινα.

Μετά από ώρες, έτρεχα να πάρω σφραγίδα γιατί το εξιτήριο ήταν έτοιμο και δεν πρόσεξα καθόλου τις βιδωμένες θέσεις…

Άκουσα πίσω μου ένα “Μήπως πάτε κάτω;”

Σειρά μου για αιφνιδιασμό.

“… ναι… μου είπαν να πάω κάτω να πάρω σφραγίδα… θα φύγουμε…”

Απάντησα μηχανικά αλλά σωστά στον όρθιο κύριο, που όμως δεν έμοιαζε με κάποιον από το νοσηλευτικό προσωπικό. Πώς ήξερε ότι πάω κάτω; Γιατί ρωτάει πού πάω;

“Α! Μπράβο! Μπράβο…” κάνει ένα βήμα προς τα εμένα και στέκεται πάλι.

Συνεχίζω να κατεβαίνω βιαστικά τα σκαλιά και κολλάω. Κοιτάζω πάλι πίσω και βλέπω ότι στέκεται κοντά στην πλαστική θέση, η οποία είναι τώρα άδεια, ωστόσο έχει δίπλα της τα παρκαρισμένα μπαγκάζια των 7παρά. Όπως πέρασα από μπροστά του, πρέπει να πετάχτηκε να με προλάβει και έπιασε τις βίδες “στον ύπνο”… σηκώθηκε ο άνθρωπος και γι’αυτό δεν τον αναγνώρισα αμέσως!

“… θέλετε κάτι να σας φέρω; όπως επιστρέφω…”

“Αν μπορείτε, μη σας καθυστερώ…”

Δεν του είπα ότι τώρα πάω προς άλλη κατεύθυνση.

Ένας διπλός, ελληνικός σκέτος, με παξιμαδάκια (και χωρίς καμία βίδα), τον έψαχνε λίγη ώρα αργότερα στη γνωστή θέση. Η θέση άδεια. Τα μπαγκάζια εξαφανισμένα. Μόλις πριν λίγο, μου είπαν κάποιοι άλλοι στην αίθουσα αναμονής, βγήκε ο γιατρός και πηγαίνουν τη γυναίκα του στο δωμάτιο.

Ποιο δωμάτιο, ποια πτέρυγα; σε ποιά από τις δυο κλινικές;;;

Οι διάδρομοι άδειοι από φορεία, οι ανοιχτές πόρτες δεν φανέρωναν κάποιον “γνώριμο”. Κράταγα τον καφέ μπροστά και ψηλά, ένδειξη ότι δεν είναι για μένα, για να με σταματήσει εκείνος όταν θα με έβλεπε να ψάχνω στον διάδρομο…

Το σφραγισμένο χαρτί στο άλλο χέρι έλεγε ότι καθυστερούσα, έπρεπε να φεύγω, έχουμε δουλειές, έχουμε εξιτήριο… και πάνω που σκέφτομαι να αφήσω τον καφέ στη γνωστή βιδωμένη θέση, μήπως τον βρει αργότερα ο άνθρωπος, ακούω ένα “χίλια συγγνώμη, αλλά βγήκε ο γιατρός κι έπρεπε να φύγω, να πάω μαζί του να με ενημερώσει, χίλια συγγνώμη”.

Όλα καλά πήγαν.

Έχουν και δωμάτιο.

Παίρνει τον καφέ και φεύγω κι εγώ…

Δε συστηθήκαμε ποτέ, αλλά ο κύριος Καφές και η κυρία Καλημέρα, αφού μαζί άντεξαν την αμήχανη ημέρα των 7παρά, μάλλον θα αντέξουν να καθίσουν μαζί και σε όλες τις άλλες βιδωμένες θέσεις που θα συναντήσουν. Κι αυτό είναι αρκετά παρήγορο για να σας πρήζω βραδιάτικα, με ειδοποιήσεις ή χωρίς…🙂

Mírenme a la vida vuelvo ya la la la…

Λα Βίδα_Short: http://wp.me/p1mhMO-bK

(μιλήστε κοντά στο μικρόφωνο)

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s